Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας (2)


 Κατηγορούμενο

Α. Απλό κατηγορούμενο
Κατηγορούμενο είναι η λέξη (συνήθως επίθετο) που αποδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο. Το ρήμα που συνδέει το υποκείμενο με το κατηγορούμενο λέγεται συνδετικό.

Συνδετικά ρήματα:
1.Εἰμί, όπως ὑπάρχω (είμαι), τυγχάνω (συμβαίνει να είμαι), διατελῶ(είμαι συνεχώς), ἔφυν (γεννήθηκα, είμαι), πέφυκα (είμαι από τη φύση μου), γίγνομαι (γίνομαι), καθίσταμαι (γίνομαι), ἀποβαίνω (καταντώ, γίνομαι, αποδεικνύομαι), φαίνομαι κά.
2.Τα δοξαστικά: νομίζομαι (θεωρούμαι), κρίνομαι, ὑπολαμβάνομαι (θεωρούμαι) κά.
3.Τα κλητικά: λέγομαι, καλοῦμαι, ὀνομάζομαι, ἀκούω (έχω τη φήμη, χαρακτηρίζομαι) κά.
4.Τα προχειριστικά: αἱροῦμαι (εκλέγομαι),ἀποδείκνυμαι (διορίζομαι), χειροτονοῦμαι (εκλέγομαι), λαγχάνω (εκλέγομαι με κλήρο) κά.
SΤο κατηγορούμενο συνήθως δεν έχει άρθρο, εκτός αν δηλώνει μια ήδη   γνωστή ιδιότητα.
  Π.χ.    Οὗτος ἐστίν ὁ μαθητής μου.
S Το κατηγορούμενο βρίσκεται:
α. Σε πτώση ονομαστική, συμφωνώντας με το υποκείμενο.
β. Σε εμπρόθετη αιτιατική (ἀμφί, εἰς, περί, ὑπέρ), όταν δηλώνει ποσό κατά προσέγγιση.
Π.χ. Οἱ πολέμιοι ἦσαν περὶ τοὺς χιλίους.
S Το ρήμα εἰμὶ μπορεί να είναι:
α. Συνδετικό (+ κτγ.).
β. Υπαρκτικό. Τότε συνήθως συνοδεύεται από δοτική προσωπική κτητική.
Π.χ. Εἰσὶν πλοῖα τοῖς Ἀθηναίοις.
γ. Απρόσωπο: ἔστιν= είναι δυνατόν, επιτρέπεται.
S Τα ενεργητικά δοξαστικά, κλητικά και προχειριστικά ρήματα (ὀνομάζω, νομίζω, διορίζω) δέχονται κατηγορούμενο του αντικειμένου.
B. Γενική κατηγορηματική
Είναι ένα κατηγορούμενο σε γενική πτώση και περιλαμβάνει τα εξής είδη:
1. Γενική κατηγορηματική κτητική.
Π.χ. Τά ὅπλα εἰσὶν τῶν ἐναντίων.
2. Γενική κατηγορηματική διαιρετική.
Π.χ. Οὗτοι εἰσὶν τῶν ἀρίστων.
3. Γενική κατηγορηματική της ιδιότητας.
Π.χΠερικλῆς ἦν ἑξήκοντα ἐτῶν.
4. Γενική κατηγορηματική της αξίας.
Π.χ. Τὰ ὅπλα είσὶν σιδήρου.
6. Γενική κατηγορηματική της καταγωγής.
Π.χ. Θουκυδίδης ἦν Ὀλόρου.
        Καλῆς μητρὸς πέφυκα.
Γ. Επιρρηματικό κατηγορούμενο
Συνήθως συνοδεύει ρήματα κίνησης. Εκφράζει: χρόνο, τρόπο, τάξη ή σειρά, τόπο, σκοπό. Ως επιρρηματικά κατηγορούμενα χρησιμοποιούνται συνήθως τα ἄκων, ἀκούσιος, ἑκών, ἑκούσιος, ἐθελούσιος, μέγας, πολύς, ἄφθονος, ἥσυχος, ὑπόσπονδος, πρῶτος, τελευταῖος, πελάγιος, ἀπότομος, ἐναντίος.
Δ. Προληπτικό κατηγορούμενο
Τα ρήματα που σημαίνουν εξέλιξη, όπως αὔξομαι, αὐξάνομαι, αἴρομαι (υψώνομαι), τρέφομαι, πνέω, ῥέω κ.τ.ό. δέχονται κατηγορούμενο το οποίο αποδίδει στο υποκείμενό τους μιαν ιδιότητα την οποία δεν έχει ακόμη, αλλά θα είναι το τελικό αποτέλεσμα της εξέλιξης που δηλώνει το ρήμα.
Π.χ. ᾜρετο τὸ ὕψος τοῦ τείχους μέγα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου